Греческий словарь
с грамматикой

προσφέρομαι

[prosˈfɛrome]глаголB1

Значения

1
предлагать себя, предоставлять себя (для работы, услуги и т.д.)
to offer oneself, to volunteer, to make oneself available · προσφέρομαι για εργασία — предлагаю себя на работу
2
представляться, казаться (возможность, сложность и т.д.)
to present itself, to arise, to occur (of an opportunity or difficulty) · προσφέρεται ευκαιρία — представляется возможность

Грамматика

Настоящее время
εγώ
προσφέρομαι
εσύ
προσφέρεσαι
αυτός
προσφέρεται
εμείς
προσφερόμαστε
εσείς
προσφέρεστε
αυτοί
προσφέρονται
Аорист
εγώ
προσφέρθηκα
εσύ
προσφέρθηκες
αυτός
προσφέρθηκε
εμείς
προσφέρθηκαν
εσείς
προσφέρθηκαν
αυτοί
προσφέρθηκαν
Будущее
εγώ
θα προσφερθώ
εσύ
θα προσφερθείς
αυτός
θα προσφερθεί
εμείς
θα προσφερθούμε
εσείς
θα προσφερθείτε
αυτοί
θα προσφερθούν

Примеры

Ο Γιάννης προσφέρεται να βοηθήσει στο έργο.
Янис предлагает помочь с проектом. · Giannis offers to help with the project.
Μας προσφέρθηκε μια εξαιρετική ευκαιρία να μετακομίσουμε.
Нам представилась отличная возможность переехать. · An excellent opportunity to move presented itself to us.
Κάθε χρόνο χιλιάδες άνθρωποι προσφέρονται εθελοντές.
Каждый год тысячи людей предлагают себя добровольцами. · Every year thousands of people volunteer.
Θα προσφερθώ για τη θέση αν είναι κατάλληλη για μένα.
Я буду кандидировать на эту должность, если она мне подойдёт. · I will apply for the position if it suits me.