Греческий словарь
с грамматикой

προστατευτικός

[prɔstateˈftikɔs]прилагательноеB1

Значения

1
защитный, предохранительный
protective, safeguarding · προστατευτικό γυαλί — защитное стекло
2
протекционистский (об экономической политике)
protectionist (of trade policy) · προστατευτική πολιτική — протекционистская политика

Грамматика

мужской род
им.
προστατευτικός
вин.
προστατευτικό
род.
προστατευτικού
зват.
προστατευτικέ
женский род
им.
προστατευτική
вин.
προστατευτική
род.
προστατευτικής
зват.
προστατευτική
средний род
им.
προστατευτικό
вин.
προστατευτικό
род.
προστατευτικού
зват.
προστατευτικό

Примеры

Φόρεσε προστατευτικά γάντια για την εργασία.
Он надел защитные перчатки для работы. · He put on protective gloves for the job.
Η κυβέρνηση υιοθέτησε προστατευτικές μέτρα για τη βιομηχανία.
Правительство приняло протекционистские меры для промышленности. · The government adopted protectionist measures for industry.
Το προστατευτικό κράνος σώζει ζωές.
Защитный шлем спасает жизни. · The safety helmet saves lives.