προστασία
[prostas̱ˈía]существительноеη · женский родB1
Значения
1
защита, охрана
protection, defence · προστασία από τον κίνδυνο — защита от опасности
2
покровительство, поддержка
patronage, sponsorship · προστασία μιας οργάνωσης — покровительство организации
3
защитные меры, охранные мероприятия
safeguards, protective measures · προστασία δεδομένων — защита данных
Грамматика
Ед. ч.
им.
η προστασία
вин.
την προστασία
род.
της προστασίας
зват.
προστασία
Мн. ч.
им.
οι προστασίες
вин.
τις προστασίες
род.
των προστασιών
зват.
προστασίες
Примеры
Η προστασία του περιβάλλοντος είναι πολύ σημαντική.
Защита окружающей среды очень важна. · Environmental protection is very important.
Χρειάζεται νόμο για την προστασία των καταναλωτών.
Нужен закон для защиты потребителей. · We need legislation for consumer protection.
Οι προστασίες που παίρνουμε είναι επαρκείς;
Достаточны ли меры защиты, которые мы принимаем? · Are the protective measures we take sufficient?
Του έδωσε την προστασία του αρχηγού.
Он дал ему своё покровительство. · He gave him his patronage.