Греческий словарь
с грамматикой

προστάτης

[prosˈtatis]существительноеο · мужской родB1

Значения

1
защитник, покровитель
protector, patron · ο προστάτης της πόλης — защитник города
2
опекун, попечитель
guardian, custodian · ο προστάτης του ανηλίκου — опекун несовершеннолетнего
3
сторонник, приверженец
supporter, advocate · προστάτης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων — защитник прав человека

Грамматика

Ед. ч.
им.
ο προστάτης
вин.
τον προστάτη
род.
του προστάτη
зват.
προστάτη
Мн. ч.
им.
οι προστάτες
вин.
τους προστάτες
род.
των προστατών
зват.
προστάτες

Примеры

Ο προστάτης της πόλης ήταν πολύ αγαπητός.
Покровитель города был очень любим. · The city's patron was greatly beloved.
Αυτός ο δικηγόρος είναι προστάτης των δικαιωμάτων των εργαζομένων.
Этот адвокат защищает права рабочих. · This lawyer is an advocate for workers' rights.
Ο προστάτης του παιδιού έπρεπε να υπογράψει τα έγγραφα.
Опекун ребёнка должен был подписать документы. · The child's guardian had to sign the documents.
Οι προστάτες της περιβαλλοντικής προστασίας συγκεντρώθηκαν χθες.
Защитники охраны окружающей среды собрались вчера. · Environmental protection advocates gathered yesterday.