Греческий словарь
с грамматикой

προσποιούμαι

[prospiˈume]глаголB1

Значения

1
притворяться, делать вид
to pretend, to feign · προσποιούμαι ότι δεν ξέρω — делаю вид, что не знаю
2
претендовать на что-либо
to claim, to lay claim to · προσποιείται δικαιώματα που δεν έχει — претендует на права, которых у неё нет

Грамматика

Настоящее время
εγώ
προσποιούμαι
εσύ
προσποιείσαι
αυτός
προσποιείται
εμείς
προσποιούμαστε
εσείς
προσποιείστε
αυτοί
προσποιούνται
Аорист
εγώ
προσποιήθηκα
εσύ
προσποιήθηκες
αυτός
προσποιήθηκε
εμείς
προσποιηθήκαμε
εσείς
προσποιηθήκατε
αυτοί
προσποιήθηκαν
Будущее
εγώ
θα προσποιηθώ
εσύ
θα προσποιηθείς
αυτός
θα προσποιηθεί
εμείς
θα προσποιηθούμε
εσείς
θα προσποιηθείτε
αυτοί
θα προσποιηθούν

Примеры

Προσποιούμαι ότι δεν ακούω τίποτα.
Я делаю вид, что ничего не слышу. · I pretend I don't hear anything.
Προσποιήθηκε ότι άρρωστη για να μην πάει σχολείο.
Она сделала вид, что болеет, чтобы не пойти в школу. · She pretended to be ill so she wouldn't go to school.
Δεν θα προσποιηθώ κάτι που δεν είμαι.
Я не буду притворяться тем, кем я не являюсь. · I won't pretend to be something I'm not.