Греческий словарь
с грамматикой

προσπερνάω

[prosperˈnaːo]глаголB2

Значения

1
проходить мимо, миновать
to pass by, to go past · προσπερνάω τον άνθρωπο — проходить мимо человека
2
пренебрегать, игнорировать
to disregard, to overlook, to ignore · προσπερνάω τα προβλήματα — игнорировать проблемы

Грамматика

Настоящее время
εγώ
προσπερνάω
εσύ
προσπερνάς
αυτός
προσπερνά
εμείς
προσπερνάμε
εσείς
προσπερνάτε
αυτοί
προσπερνάνε
Аорист
εγώ
προσπέρασα
εσύ
προσπέρασες
αυτός
προσπέρασε
εμείς
προσπεράσαμε
εσείς
προσπεράσατε
αυτοί
προσπέρασαν
Будущее
εγώ
θα προσπερνάω
εσύ
θα προσπερνάς
αυτός
θα προσπερνά
εμείς
θα προσπερνάμε
εσείς
θα προσπερνάτε
αυτοί
θα προσπερνάνε

Примеры

Προσπέρασε τον φίλο του χωρίς να του μιλήσει.
Он прошёл мимо своего друга, не сказав ему ни слова. · He passed by his friend without speaking to him.
Δεν θα προσπερνάω το σημαντικό θέμα αυτό.
Я не буду игнорировать этот важный вопрос. · I won't disregard this important matter.
Προσπερνώντας τη μέση της πόλης, είδαμε το παλιό ναό.
Проходя мимо центра города, мы увидели старый храм. · Passing through the middle of the city, we saw the ancient temple.
Έχει προσπεράσει πολλές ευκαιρίες στη ζωή του.
Он упустил много возможностей в своей жизни. · He has missed many opportunities in his life.