προσομοίωση
[prosomoˈiosi]существительноеη · женский родB2
Значения
1
имитация, подражание
imitation, simulation · η προσομοίωση της φύσης — имитация природы
2
компьютерная симуляция
computer simulation · προσομοίωση στον υπολογιστή — симуляция на компьютере
3
притворство, лицемерие
pretence, feigning · καμία προσομοίωση συναισθημάτων — никакого притворства чувств
Грамматика
Ед. ч.
им.
η προσομοίωση
вин.
την προσομοίωση
род.
της προσομοίωσης
зват.
προσομοίωση
Мн. ч.
им.
οι προσομοιώσεις
вин.
τις προσομοιώσεις
род.
των προσομοιώσεων
зват.
προσομοιώσεις
Примеры
Η προσομοίωση αυτή είναι πολύ ρεαλιστική.
Эта имитация очень реалистична. · This simulation is very realistic.
Χρησιμοποιούμε προσομοιώσεις για να εκπαιδεύσουμε τους πιλότους.
Мы используем симуляции для обучения пилотов. · We use simulations to train pilots.
Δεν υπάρχει καμία προσομοίωση στις λέξεις του.
В его словах нет никакого притворства. · There is no pretence in his words.
Η προσομοίωση του περιβάλλοντος βοηθά την έρευνα.
Имитация окружающей среды помогает исследованию. · Environmental simulation aids the research.