Греческий словарь
с грамматикой

προσλαμβάνω

[proslamˈvano]глаголB2

Значения

1
нанимать, принимать на работу
to hire, to employ, to take on · προσλαμβάνει νέους υπαλλήλους — нанимает новых сотрудников
2
привлекать, подключать (к чему-либо)
to bring in, to involve, to engage · προσλαμβάνει έναν σύμβουλο — привлекает консультанта

Грамматика

Настоящее время
εγώ
προσλαμβάνω
εσύ
προσλαμβάνεις
αυτός
προσλαμβάνει
εμείς
προσλαμβάνουμε
εσείς
προσλαμβάνετε
αυτοί
προσλαμβάνουν
Аорист
εγώ
προσέλαβα
εσύ
προσέλαβες
αυτός
προσέλαβε
εμείς
προσελάβαμε
εσείς
προσελάβατε
αυτοί
προσέλαβαν
Будущее
εγώ
θα προσλάβω
εσύ
θα προσλάβεις
αυτός
θα προσλάβει
εμείς
θα προσλάβουμε
εσείς
θα προσλάβετε
αυτοί
θα προσλάβουν

Примеры

Η εταιρεία προσλαμβάνει πολλούς νέους μηχανικούς.
Компания нанимает много молодых инженеров. · The company is hiring many young engineers.
Προσέλαβαν έναν νέο διευθυντή πέρυσι.
В прошлом году они наняли нового директора. · They hired a new manager last year.
Θα προσλάβουν τον σύμβουλο για το έργο.
Они наймут консультанта для этого проекта. · They will engage the consultant for the project.
Όταν προσλαμβάνονταν νέες θέσεις, πολλοί ενδιαφέρονταν.
Когда открывались новые должности, многие интересовались. · When new positions were being filled, many were interested.