Греческий словарь
с грамматикой

προσκυνώ

[proskiˈno]глаголгруппа Б1 (-άω/-ώ)B1

Значения

1
кланяться, поклоняться (в религиозном или почтительном смысле)
to bow down, to worship, to venerate · προσκυνώ τη θεά — кланяюсь богине
2
целовать в знак почтения или любви
to kiss reverently or affectionately · προσκυνώ το χέρι σου — целую твою руку

Грамматика

Настоящее время
εγώ
προσκυνώ
εσύ
προσκυνάς
αυτός
προσκυνά
εμείς
προσκυνούμε
εσείς
προσκυνάτε
αυτοί
προσκυνούν
Аорист
εγώ
προσκύνησα
εσύ
προσκύνησες
αυτός
προσκύνησε
εμείς
προσκυνήσαμε
εσείς
προσκυνήσατε
αυτοί
προσκύνησαν
Будущее
εγώ
θα προσκυνήσω
εσύ
θα προσκυνήσεις
αυτός
θα προσκυνήσει
εμείς
θα προσκυνήσουμε
εσείς
θα προσκυνήσετε
αυτοί
θα προσκυνήσουν

Примеры

Στην εκκλησία προσκυνούν τη θεία εικόνα.
В церкви поклоняются святому образу. · In the church they venerate the holy icon.
Προσκύνησε το χέρι της μητέρας του.
Он целовал руку своей матери в знак уважения. · He kissed his mother's hand respectfully.
Όλοι θα προσκυνήσουν στο νέο μνημείο.
Все будут воздавать почести новому памятнику. · Everyone will pay homage to the new monument.
Προσκυνώ τη μνήμη των ηρώων.
Я преклоняюсь перед памятью героев. · I pay my respects to the memory of the heroes.