Греческий словарь
с грамматикой

προσκαλώ

[proskаˈlo]глаголA2

Значения

1
приглашать (на событие, в гости)
to invite (to an event, to one's home) · προσκαλώ φίλους για δείπνο — приглашаю друзей на ужин
2
вызывать (кого-то, чтобы он пришёл)
to call upon, to summon (to come) · προσκαλώ τον γιατρό — вызываю врача

Грамматика

Настоящее время
εγώ
προσκαλώ
εσύ
προσκαλείς
αυτός
προσκαλεί
εμείς
προσκαλούμε
εσείς
προσκαλείτε
αυτοί
προσκαλούν
Аорист
εγώ
προσκάλεσα
εσύ
προσκάλεσες
αυτός
προσκάλεσε
εμείς
προσκαλέσαμε
εσείς
προσκαλέσατε
αυτοί
προσκάλεσαν
Будущее
εγώ
θα προσκαλέσω
εσύ
θα προσκαλέσεις
αυτός
θα προσκαλέσει
εμείς
θα προσκαλέσουμε
εσείς
θα προσκαλέσετε
αυτοί
θα προσκαλέσουν

Примеры

Σας προσκαλώ στο γάμο μου την Κυριακή.
Приглашаю вас на мою свадьбу в воскресенье. · I'm inviting you to my wedding on Sunday.
Θα προσκαλέσω τους φίλους μου για καφές.
Приглашу своих друзей на кофе. · I'll invite my friends over for coffee.
Προσκάλεσε ένα ταξί επειδή βρέχει.
Он вызвал такси, потому что идёт дождь. · He called a taxi because it was raining.
Έχω προσκαλέσει και τους γείτονες.
Я уже пригласил и соседей. · I've already invited the neighbours too.