Греческий словарь
с грамматикой

προσεύχομαι

[prosˈefxome]глаголA2

Значения

1
молиться, произносить молитву
to pray, to say a prayer · προσεύχομαι στο Θεό — молюсь Богу
2
просить, молить (в более широком смысле)
to beseech, to implore · σας προσεύχομαι να με βοηθήσετε — молю вас помочь мне

Грамматика

Настоящее время
εγώ
προσεύχομαι
εσύ
προσεύχεσαι
αυτός
προσεύχεται
εμείς
προσευχόμαστε
εσείς
προσεύχεστε
αυτοί
προσεύχονται
Аорист
εγώ
προσευχήθηκα
εσύ
προσευχήθηκες
αυτός
προσευχήθηκε
εμείς
προσευχηθήκαμε
εσείς
προσευχηθήκατε
αυτοί
προσευχήθηκαν
Будущее
εγώ
θα προσευχηθώ
εσύ
θα προσευχηθείς
αυτός
θα προσευχηθεί
εμείς
θα προσευχηθούμε
εσείς
θα προσευχηθείτε
αυτοί
θα προσευχηθούν

Примеры

Κάθε πρωί προσεύχομαι στο Θεό.
Каждое утро я молюсь Богу. · Every morning I pray to God.
Προσευχήθηκαν για την υγεία του πατέρα τους.
Они молились о здоровье своего отца. · They prayed for their father's health.
Θα προσευχηθώ για εσάς.
Я буду молиться за вас. · I will pray for you.
Σας προσεύχομαι να με συγχωρέσετε.
Молю вас простить меня. · I beg you to forgive me.