προσδοκώ
[prozðoˈko]глаголгруппа Б1 (-άω/-ώ)B1
Значения
1
ожидать, предполагать
expect, anticipate · προσδοκώ καλό αποτέλεσμα — жду хорошего результата
2
опасаться, бояться
fear, dread · προσδοκώ κακά νέα — боюсь плохих новостей
Грамматика
Настоящее время
εγώ
προσδοκώ
εσύ
προσδοκάς
αυτός
προσδοκά
εμείς
προσδοκούμε
εσείς
προσδοκάτε
αυτοί
προσδοκούν
Аорист
εγώ
προσδόκησα
εσύ
προσδόκησες
αυτός
προσδόκησε
εμείς
προσδοκήσαμε
εσείς
προσδοκήσατε
αυτοί
προσδόκησαν
Будущее
εγώ
θα προσδοκήσω
εσύ
θα προσδοκήσεις
αυτός
θα προσδοκήσει
εμείς
θα προσδοκήσουμε
εσείς
θα προσδοκήσετε
αυτοί
θα προσδοκήσουν
Примеры
Προσδοκώ να φύγει σύντομα.
Я ожидаю, что он скоро уедет. · I expect him to leave soon.
Όλοι προσδοκούν τα καλά νέα.
Все ждут хороших новостей. · Everyone is anticipating good news.
Προσδόκησαν διαφορετικό αποτέλεσμα.
Они предполагали иной результат. · They expected a different outcome.
Δεν προσδοκώ να βρέξει αύριο.
Я не ожидаю дождя завтра. · I don't expect rain tomorrow.