προσδοκία
[prosðoˈkia]существительноеη · женский родB1
Значения
1
ожидание, предчувствие
expectation, anticipation · περιμένω με προσδοκία — жду с нетерпением
2
надежда, расчёт
hope, prospect · προσδοκίες για το μέλλον — надежды на будущее
Грамматика
Ед. ч.
им.
η προσδοκία
вин.
την προσδοκία
род.
της προσδοκίας
зват.
προσδοκία
Мн. ч.
им.
οι προσδοκίες
вин.
τις προσδοκίες
род.
των προσδοκιών
зват.
προσδοκίες
Примеры
Η προσδοκία του αγώνα ήταν τεράστια.
Ожидание матча было огромным. · The anticipation for the match was huge.
Δεν πρέπει να έχεις μεγάλες προσδοκίες.
Не стоит возлагать больших надежд. · You shouldn't have high expectations.
Ενάντια στις προσδοκίες όλων, κέρδισε.
Вопреки ожиданиям всех, он выиграл. · Against everyone's expectations, he won.