Греческий словарь
с грамматикой

προσδιορίζω

[proɣðioˈrizo]глаголB2

Значения

1
определять, устанавливать (точно, с деталями)
to determine, to specify, to define precisely · προσδιορίζουμε την ώρα της συνάντησης — мы определяем время встречи
2
характеризовать, служить определяющей чертой
to characterize, to be a defining feature of · αυτό το χαρακτηριστικό προσδιορίζει τη φυλή — эта характеристика определяет/характеризует породу

Грамматика

Настоящее время
εγώ
προσδιορίζω
εσύ
προσδιορίζεις
αυτός
προσδιορίζει
εμείς
προσδιορίζουμε
εσείς
προσδιορίζετε
αυτοί
προσδιορίζουν
Аорист
εγώ
προσδιόρισα
εσύ
προσδιόρισες
αυτός
προσδιόρισε
εμείς
προσδιορίσαμε
εσείς
προσδιορίσατε
αυτοί
προσδιόρισαν
Будущее
εγώ
θα προσδιορίσω
εσύ
θα προσδιορίσεις
αυτός
θα προσδιορίσει
εμείς
θα προσδιορίσουμε
εσείς
θα προσδιορίσετε
αυτοί
θα προσδιορίσουν

Примеры

Πρέπει να προσδιορίσουμε τις απαιτήσεις του έργου.
Мы должны определить требования проекта. · We need to determine the project requirements.
Το DNA προσδιορίζει τα βιολογικά χαρακτηριστικά.
ДНК определяет биологические характеристики. · DNA determines biological characteristics.
Ο ερευνητής προσδιόρισε την ημερομηνία του αρχαίου κειμένου.
Исследователь установил дату древнего текста. · The researcher determined the date of the ancient text.
Έχουν προσδιορίσει τα όρια της περιοχής με ακρίβεια.
Они точно определили границы области. · They have precisely determined the boundaries of the area.