Греческий словарь
с грамматикой

προσδίδω

[prosˈðiðo]глаголC1

Значения

1
придавать (качество, особенность)
to impart, to give (a quality, characteristic) · προσδίδει σημασία — придаёт значение
2
наделять, снабжать
to endow, to furnish with · προσδίδει αξία — наделяет ценностью

Грамматика

Настоящее время
εγώ
προσδίδω
εσύ
προσδίδεις
αυτός
προσδίδει
εμείς
προσδίδουμε
εσείς
προσδίδετε
αυτοί
προσδίδουν
Аорист
εγώ
προσέδωσα
εσύ
προσέδωσες
αυτός
προσέδωσε
εμείς
προσδώσαμε
εσείς
προσδώσατε
αυτοί
προσέδωσαν
Будущее
εγώ
θα προσδώσω
εσύ
θα προσδώσεις
αυτός
θα προσδώσει
εμείς
θα προσδώσουμε
εσείς
θα προσδώσετε
αυτοί
θα προσδώσουν

Примеры

Αυτή η εμπειρία προσδίδει αξία στον επαγγελματισμό του.
Этот опыт придаёт ценность его профессионализму. · This experience lends value to his professionalism.
Τα κλασικά κείμενα προσδίδουν βάθος στη σκέψη.
Классические тексты придают глубину мышлению. · Classical texts impart depth to one's thinking.
Ο νόμος προσέδωσε νέες δικαιώματα στους πολίτες.
Закон наделил граждан новыми правами. · The law endowed citizens with new rights.
Η προσδιδόμενη σημασία δεν ήταν ξεκάθαρη.
Придаваемое значение было неясным. · The meaning being imparted was unclear.