Греческий словарь
с грамматикой

προσγειώνομαι

[prosɣiˈonom̞e]глаголB2

Значения

1
приземляться, совершать посадку (об самолёте)
to land, to touch down (of an aircraft) · το αεροπλάνο προσγειώνεται — самолёт приземляется
2
высаживаться на берег (о корабле)
to come ashore, to land (of a ship) · οι ναύτες προσγειώνονται — моряки выходят на берег

Грамматика

Настоящее время
εγώ
προσγειώνομαι
εσύ
προσγειώνεσαι
αυτός
προσγειώνεται
εμείς
προσγειωνόμαστε
εσείς
προσγειώνεστε
αυτοί
προσγειώνονται
Аорист
εγώ
προσγειώθηκα
εσύ
προσγειώθηκες
αυτός
προσγειώθηκε
εμείς
προσγειωθήκαμε
εσείς
προσγειωθήκατε
αυτοί
προσγειώθηκαν
Будущее
εγώ
θα προσγειωθώ
εσύ
θα προσγειωθείς
αυτός
θα προσγειωθεί
εμείς
θα προσγειωθούμε
εσείς
θα προσγειωθείτε
αυτοί
θα προσγειωθούν

Примеры

Το αεροπλάνο προσγειώθηκε με ασφάλεια.
Самолёт благополучно приземлился. · The airplane landed safely.
Προσγειώνεται στο αεροδρόμιο της Αθήνας.
Он приземляется в афинском аэропорту. · It is landing at Athens airport.
Θα προσγειωθούμε σε δέκα λεπτά.
Мы приземлимся через десять минут. · We will land in ten minutes.
Οι στρατιώτες προσγειώθηκαν στην παραλία.
Солдаты высадились на берег. · The soldiers landed on the beach.