προσβαίνω
[proˈzveno]глаголгруппа А (безударное -ω)C1
Значения
1
оскорблять, обижать, задевать
to offend, to insult, to affront · προσβάλλει το αίσθημά του — оскорбляет его чувства
2
нападать на кого-то, совершать нападение
to attack, to assail · προσβαίνει το φρούριο — атакует крепость
Грамматика
Настоящее время
εγώ
προσβαίνω
εσύ
προσβαίνεις
αυτός
προσβαίνει
εμείς
προσβαίνουμε
εσείς
προσβαίνετε
αυτοί
προσβαίνουν
Аорист
εγώ
προσέβησα
εσύ
προσέβησες
αυτός
προσέβη
εμείς
προσβήσαμε
εσείς
προσβήσατε
αυτοί
προσέβησαν
Будущее
εγώ
θα προσβώ
εσύ
θα προσβείς
αυτός
θα προσβεί
εμείς
θα προσβούμε
εσείς
θα προσβείτε
αυτοί
θα προσβούν
Примеры
Η αμοιβαία σεβασμός δεν προσβαίνει κανέναν.
Взаимное уважение никого не оскорбляет. · Mutual respect offends no one.
Προσέβησαν τον εχθρό με μεγάλη δύναμη.
Они напали на врага с большой силой. · They attacked the enemy with great force.
Το σχόλιό του προσβάλλει την αξιοπρέπειά της.
Его замечание оскорбляет её достоинство. · His remark afronts her dignity.