Греческий словарь
с грамматикой

προσβάλλω

[prosˈvalo]глаголB2

Значения

1
нападать, атаковать
to attack, to assault · προσβάλλω τον εχθρό — атакую врага
2
оскорблять, обижать
to offend, to insult · προσβάλλω κάποιον με λόγια — обижаю кого-то словами
3
поражать, поражаться (болезнью и т.п.)
to afflict, to be affected by (illness, etc.) · Η αρρώστια προσβάλλει το σώμα — Болезнь поражает тело

Грамматика

Настоящее время
εγώ
προσβάλλω
εσύ
προσβάλλεις
αυτός
προσβάλλει
εμείς
προσβάλλουμε
εσείς
προσβάλλετε
αυτοί
προσβάλλουν
Аорист
εγώ
προσέβαλα
εσύ
προσέβαλες
αυτός
προσέβαλε
εμείς
προσβάλαμε
εσείς
προσβάλατε
αυτοί
προσέβαλαν
Будущее
εγώ
θα προσβάλω
εσύ
θα προσβάλεις
αυτός
θα προσβάλει
εμείς
θα προσβάλουμε
εσείς
θα προσβάλετε
αυτοί
θα προσβάλουν

Примеры

Ο εχθρός προσέβαλε το κάστρο την νύχτα.
Враг атаковал замок ночью. · The enemy attacked the castle at night.
Τα λόγια του με προσέβαλαν πολύ.
Его слова сильно меня обидели. · His words deeply offended me.
Δεν θέλω να προσβάλω τα αισθήματα σας.
Я не хочу обижать ваши чувства. · I don't want to hurt your feelings.
Η γρίπη προσβάλλει πολλούς ανθρώπους κάθε χειμώνα.
Грипп поражает многих людей каждую зиму. · Flu affects many people every winter.