Греческий словарь
с грамматикой

προσαρτάω

Пишется также: προσαρτώ
[prosarˈtao]глаголB2

Значения

1
присоединять, прикреплять
to attach, to annex · προσαρτάω έδαφος — присоединять территорию
2
придумывать, выдумывать (оправдание, предлог)
to concoct, to fabricate (an excuse) · προσαρτάω δικαιολογία — придумывать оправдание

Грамматика

Настоящее время
εγώ
προσαρτάω
εσύ
προσαρτάς
αυτός
προσαρτά
εμείς
προσαρτάμε
εσείς
προσαρτάτε
αυτοί
προσαρτάνε
Аорист
εγώ
προσάρτησα
εσύ
προσάρτησες
αυτός
προσάρτησε
εμείς
προσαρτήσαμε
εσείς
προσαρτήσατε
αυτοί
προσάρτησαν
Будущее
εγώ
θα προσαρτήσω
εσύ
θα προσαρτήσεις
αυτός
θα προσαρτήσει
εμείς
θα προσαρτήσουμε
εσείς
θα προσαρτήσετε
αυτοί
θα προσαρτήσουν

Примеры

Ο δικτάτορας προσάρτησε τα γειτονικά εδάφη.
Диктатор присоединил соседние территории. · The dictator annexed the neighbouring territories.
Προσαρτάει πάντα κάποια δικαιολογία για την αργοπορία του.
Он всегда придумывает какое-то оправдание своей задержке. · He always concocts some excuse for his lateness.
Θα προσαρτήσουν το νέο κτήριο στο υφιστάμενο συγκρότημα.
Они присоединят новое здание к существующему комплексу. · They will attach the new building to the existing complex.