Греческий словарь
с грамматикой

προσέχω

[proˈsexo]глаголA1

Значения

1
обращать внимание, следить
to pay attention, to watch · Πρόσεχε στο δρόμο! — Смотри в дорогу!
2
быть осторожным, остерегаться
to be careful, to beware · Πρόσεχε με τα σκαλοπάτια. — Осторожнее со ступеньками.

Грамматика

Настоящее время
εγώ
προσέχω
εσύ
προσέχεις
αυτός
προσέχει
εμείς
προσέχουμε
εσείς
προσέχετε
αυτοί
προσέχουν
Аорист
εγώ
πρόσεξα
εσύ
πρόσεξες
αυτός
πρόσεξε
εμείς
προσέξαμε
εσείς
προσέξατε
αυτοί
πρόσεξαν
Будущее
εγώ
θα προσέξω
εσύ
θα προσέξεις
αυτός
θα προσέξει
εμείς
θα προσέξουμε
εσείς
θα προσέξετε
αυτοί
θα προσέξουν

Примеры

Πρόσεχε όταν περνάς το δρόμο.
Будь осторожен, когда переходишь дорогу. · Be careful when you cross the street.
Δεν προσέχεις καθόλου στο μάθημα.
Ты совсем не слушаешь на уроке. · You're not paying attention in class at all.
Θα προσέξω τα παιδιά αυτό το απόγευμα.
Я присмотрю за детьми сегодня днём. · I'll look after the children this afternoon.
Πρόσεξαν στις οδηγίες του δασκάλου.
Они обратили внимание на указания учителя. · They paid attention to the teacher's instructions.