Греческий словарь
с грамматикой

προσέλευση

[proˈselevsi]существительноеη · женский родB2

Значения

1
приход, прибытие, явка
arrival, coming, turnout · η προσέλευση των επισκεπτών — приход посетителей
2
явка (на выборах, собрании)
turnout (at elections, meetings) · υψηλή προσέλευση ψηφοφόρων — высокая явка избирателей

Грамматика

Ед. ч.
им.
η προσέλευση
вин.
την προσέλευση
род.
της προσέλευσης
зват.
προσέλευση
Мн. ч.
им.
οι προσελεύσεις
вин.
τις προσελεύσεις
род.
των προσελεύσεων
зват.
προσελεύσεις

Примеры

Η προσέλευση στη συναυλία ήταν εντυπωσιακή.
Явка на концерт была впечатляющей. · The turnout at the concert was impressive.
Περιμένουμε μεγάλη προσέλευση πελατών το Σαββατοκύριακο.
Мы ожидаем большой приход клиентов на выходных. · We expect a large customer turnout this weekend.
Οι προσελεύσεις των μαθητών καταγράφονται καθημερινά.
Явки учащихся регистрируются ежедневно. · Students' attendance is recorded daily.