προπονητής
[proponitˈis]существительноеο · мужской родA2
Значения
1
тренер, инструктор (в спорте)
coach, trainer (in sports) · προπονητής ποδοσφαίρου — тренер по футболу
2
инструктор, наставник (в общем смысле)
instructor, mentor · ο προπονητής των μαθητών — наставник учеников
Грамматика
Ед. ч.
им.
ο προπονητής
вин.
τον προπονητή
род.
του προπονητή
зват.
προπονητή
Мн. ч.
им.
οι προπονητές
вин.
τους προπονητές
род.
των προπονητών
зват.
προπονητές
Примеры
Ο προπονητής της ομάδας είναι πολύ αυστηρός.
Тренер команды очень строгий. · The team's coach is very strict.
Οι προπονητές συζητούν την στρατηγική του αγώνα.
Тренеры обсуждают стратегию матча. · The coaches are discussing the match strategy.
Ζήτησα συμβουλή από τον προπονητή μου.
Я попросил совет у своего тренера. · I asked my coach for advice.
Προπονητή, μπορώ να παίξω στο επόμενο παιχνίδι;
Тренер, я смогу играть в следующем матче? · Coach, can I play in the next match?