Греческий словарь
с грамматикой

προορίζω

[prooriˈzo]глаголB1

Значения

1
предназначать, назначать (для какой-либо цели)
to destine, to intend (for a specific purpose) · προορίζω κάποιον για κάποιο σκοπό — предназначать кого-то для какой-то цели
2
определять заранее, предопределять
to predetermine, to ordain in advance · η τύχη μας προορίζει — судьба нас предопределяет

Грамматика

Настоящее время
εγώ
προορίζω
εσύ
προορίζεις
αυτός
προορίζει
εμείς
προορίζουμε
εσείς
προορίζετε
αυτοί
προορίζουν
Аорист
εγώ
προόρισα
εσύ
προόρισες
αυτός
προόρισε
εμείς
προορίσαμε
εσείς
προορίσατε
αυτοί
προόρισαν
Будущее
εγώ
θα προορίσω
εσύ
θα προορίσεις
αυτός
θα προορίσει
εμείς
θα προορίσουμε
εσείς
θα προορίσετε
αυτοί
θα προορίσουν

Примеры

Ο πατέρας του τον προόρισε για γιατρό.
Его отец предназначил его для медицины. · His father destined him to be a doctor.
Αυτό το δωμάτιο προορίζεται για γραφείο.
Эта комната предназначена для офиса. · This room is intended for an office.
Η μοίρα προορίζει τι θα συμβεί.
Судьба предопределяет, что произойдёт. · Fate ordains what will happen.
Θα προορίσουν αυτά τα χρήματα για την εκπαίδευσή του.
Они выделят эти деньги для его образования. · They will set aside this money for his education.