Греческий словарь
с грамматикой

προοδεύω

[prooˈðevo]глаголгруппа А (безударное -ω)B2

Значения

1
продвигаться вперёд, делать успехи
to make progress, to advance · προοδεύει στις σπουδές του — он делает успехи в учёбе
2
продолжаться, идти вперёд (о времени, процессе)
to proceed, to go forward (of time, process) · η συνάντηση προοδεύει — встреча развивается нормально

Грамматика

Настоящее время
εγώ
προοδεύω
εσύ
προοδεύεις
αυτός
προοδεύει
εμείς
προοδεύουμε
εσείς
προοδεύετε
αυτοί
προοδεύουν
Аорист
εγώ
προόδευσα
εσύ
προόδευσες
αυτός
προόδευσε
εμείς
προοδεύσαμε
εσείς
προοδεύσατε
αυτοί
προόδευσαν
Будущее
εγώ
θα προοδεύσω
εσύ
θα προοδεύσεις
αυτός
θα προοδεύσει
εμείς
θα προοδεύσουμε
εσείς
θα προοδεύσετε
αυτοί
θα προοδεύσουν

Примеры

Η έρευνα προοδεύει σταθερά.
Исследование развивается стабильно. · The research is advancing steadily.
Προόδευσαν πολύ στη δουλειά τους.
Они сделали большой прогресс в своей работе. · They made great progress in their work.
Ο μαθητής προοδεύει ικανοποιητικά.
Ученик делает удовлетворительные успехи. · The student is progressing satisfactorily.