προξενείο
[prokseˈnio]существительноеτο · средний родB1
Значения
1
консульство
consulate · το προξενείο της Ελλάδας — греческое консульство
2
торговый агент, представитель торговца
trading post or agency (historical) · προξενείο εμπόρων — торговый пост купцов
Грамматика
Ед. ч.
им.
το προξενείο
вин.
το προξενείο
род.
του προξενείου
зват.
προξενείο
Мн. ч.
им.
τα προξενεία
вин.
τα προξενεία
род.
των προξενείων
зват.
προξενεία
Примеры
Το προξενείο της Ελλάδας βρίσκεται στο κέντρο της πόλης.
Консульство Греции находится в центре города. · The Greek consulate is located in the city centre.
Χρειάστηκε να πάω στο προξενείο για τη βίζα.
Мне пришлось пойти в консульство для получения визы. · I had to go to the consulate for my visa.
Τα προξενεία διαφόρων χωρών συνεργάζονται μεταξύ τους.
Консульства различных стран сотрудничают друг с другом. · The consulates of various countries cooperate with each other.