προμηθεύω
[promiˈθevo]глаголгруппа А (безударное -ω)B2
Значения
1
снабжать, обеспечивать
to supply, to provide · προμηθεύω κάποιον με όσα χρειάζεται — снабжать кого-то необходимым
2
добывать, раздобывать
to procure, to obtain · προμηθεύω τα απαιτούμενα υλικά — раздобыть необходимые материалы
Грамматика
Настоящее время
εγώ
προμηθεύω
εσύ
προμηθεύεις
αυτός
προμηθεύει
εμείς
προμηθεύουμε
εσείς
προμηθεύετε
αυτοί
προμηθεύουν
Аорист
εγώ
προμήθευσα
εσύ
προμήθευσες
αυτός
προμήθευσε
εμείς
προμηθεύσαμε
εσείς
προμηθεύσατε
αυτοί
προμήθευσαν
Будущее
εγώ
θα προμηθεύσω
εσύ
θα προμηθεύσεις
αυτός
θα προμηθεύσει
εμείς
θα προμηθεύσουμε
εσείς
θα προμηθεύσετε
αυτοί
θα προμηθεύσουν
Примеры
Η κυβέρνηση προμηθεύει τα νοσοκομεία με εξοπλισμό.
Правительство снабжает больницы оборудованием. · The government supplies hospitals with equipment.
Προμήθευσαν το στρατό με τροφίμων και πυρομαχικών.
Они обеспечили армию продовольствием и боеприпасами. · They provided the army with food and ammunition.
Θα προμηθεύσουμε όλα τα σχολεία με νέα εκπαιδευτικά υλικά.
Мы снабдим все школы новыми учебными материалами. · We will supply all schools with new educational materials.