Греческий словарь
с грамматикой

προκύπτω

[prokˈipʰto]глаголB1

Значения

1
возникать, появляться (о результате, выводе)
to emerge, arise, result (from facts or reasoning) · από τα στοιχεία προκύπτει — из фактов вытекает
2
вытекать, следовать (логически или как следствие)
to follow, ensue (as a logical consequence) · προκύπτει ότι είναι λάθος — из этого вытекает, что это ошибка

Грамматика

Настоящее время
εγώ
προκύπτω
εσύ
προκύπτεις
αυτός
προκύπτει
εμείς
προκύπτουμε
εσείς
προκύπτετε
αυτοί
προκύπτουν
Аорист
εγώ
προέκυψα
εσύ
προέκυψες
αυτός
προέκυψε
εμείς
προέκυψαν
εσείς
προέκυψατε
αυτοί
προέκυψαν
Будущее
εγώ
θα προκύψω
εσύ
θα προκύψεις
αυτός
θα προκύψει
εμείς
θα προκύψουμε
εσείς
θα προκύψετε
αυτοί
θα προκύψουν

Примеры

Από τα έγγραφα προκύπτει ότι ήταν παρών.
Из документов вытекает, что он присутствовал. · From the documents it emerges that he was present.
Ποια προβλήματα προέκυψαν κατά τη διαδικασία;
Какие проблемы возникли в ходе процесса? · What problems arose during the process?
Θα προκύψουν δυσκολίες αν δεν σχεδιάσουμε καλά.
Возникнут трудности, если мы плохо спланируем. · Difficulties will arise if we don't plan well.
Κάποια ερωτήματα προκύπτουν από την ανάλυσή του.
Из его анализа вытекают некоторые вопросы. · Certain questions emerge from his analysis.