Греческий словарь
с грамматикой

προκαλώ

[prokaˈlo]глаголB1

Значения

1
вызывать, провоцировать (кого-либо)
to provoke, to challenge (someone) · προκαλώ κάποιον να αντιδράσει — вызывать кого-то на реакцию
2
вызывать, быть причиной (чего-либо)
to cause, to trigger (something) · προκαλώ πρόβλημα — вызвать проблему
3
приглашать на бой, вызывать на дуэль
to challenge (to a fight or duel) · προκαλώ κάποιον σε μάχη — вызвать кого-то на бой

Грамматика

Настоящее время
εγώ
προκαλώ
εσύ
προκαλείς
αυτός
προκαλεί
εμείς
προκαλούμε
εσείς
προκαλείτε
αυτοί
προκαλούν
Аорист
εγώ
προκάλεσα
εσύ
προκάλεσες
αυτός
προκάλεσε
εμείς
προκαλέσαμε
εσείς
προκαλέσατε
αυτοί
προκάλεσαν
Будущее
εγώ
θα προκαλέσω
εσύ
θα προκαλέσεις
αυτός
θα προκαλέσει
εμείς
θα προκαλέσουμε
εσείς
θα προκαλέσετε
αυτοί
θα προκαλέσουν

Примеры

Μην τον προκαλείς, είναι επικίνδυνος άνθρωπος.
Не провоцируй его, это опасный человек. · Don't provoke him, he's a dangerous man.
Η κακή διατροφή προκαλεί σοβαρά προβλήματα υγείας.
Плохое питание вызывает серьёзные проблемы со здоровьем. · Poor nutrition causes serious health problems.
Το ατύχημα προκάλεσε πολλές ζημιές στην περιοχή.
Авария вызвала большой ущерб в этом районе. · The accident caused extensive damage to the area.
Τις παλιές εποχές, οι ιππότες προκαλούσαν ο ένας τον άλλο σε μάχη.
В древние времена рыцари вызывали друг друга на бой. · In ancient times, knights would challenge each other to combat.