προημιτελικός
[proimitiˈlikos]прилагательное · мужской родC1
Значения
1
полуфинальный (в спортивных соревнованиях)
semifinal (in sports competitions) · αγώνας προημιτελικός — полуфинальный матч
Грамматика
мужской род
им.
προημιτελικός
вин.
προημιτελικό
род.
προημιτελικού
зват.
προημιτελικέ
женский род
им.
προημιτελική
вин.
προημιτελική
род.
προημιτελικής
зват.
προημιτελική
средний род
им.
προημιτελικό
вин.
προημιτελικό
род.
προημιτελικού
зват.
προημιτελικό
Примеры
Οι προημιτελικοί αγώνες θα διεξαχθούν την Παρασκευή.
Полуфинальные матчи пройдут в пятницу. · The semifinal matches will be held on Friday.
Η προημιτελική φάση του πρωταθλήματος ήταν πολύ συναρπαστική.
Полуфинальный этап чемпионата был очень захватывающим. · The semifinal stage of the championship was very exciting.
Κέρδισε το προημιτελικό του αγώνα με εντυπωσιακό σκορ.
Он выиграл свой полуфинальный матч с впечатляющим счётом. · He won his semifinal match with an impressive score.