προετοιμασμένος
[pro.e.ti.ma.ˈzme.nos]прилагательноеB1
Значения
1
подготовленный, готовый
prepared, ready · είμαι προετοιμασμένος — я готов
Грамматика
мужской род
им.
προετοιμασμένος
вин.
προετοιμασμένο
род.
προετοιμασμένου
зват.
προετοιμασμένε
женский род
им.
προετοιμασμένη
вин.
προετοιμασμένη
род.
προετοιμασμένης
зват.
προετοιμασμένη
средний род
им.
προετοιμασμένο
вин.
προετοιμασμένο
род.
προετοιμασμένου
зват.
προετοιμασμένο
Примеры
Ήμαστε προετοιμασμένοι για την εξέταση.
Мы были готовы к экзамену. · We were prepared for the exam.
Η προετοιμασμένη παρουσίαση ήταν εξαιρετική.
Подготовленная презентация была отличной. · The prepared presentation was excellent.
Δεν ήταν προετοιμασμένο το γεύμα.
Обед не был готов. · The meal was not ready.