Греческий словарь
с грамматикой

προετοιμάζω

[proetimˈazo]глаголB1

Значения

1
подготавливать, готовить заранее
to prepare in advance, to get ready beforehand · προετοιμάζω το φαγητό — готовлю еду заранее
2
подготавливать (кого-то) к чему-либо
to prepare someone for something · προετοιμάζω τα παιδιά για το σχολείο — готовлю детей к школе

Грамматика

Настоящее время
εγώ
προετοιμάζω
εσύ
προετοιμάζεις
αυτός
προετοιμάζει
εμείς
προετοιμάζουμε
εσείς
προετοιμάζετε
αυτοί
προετοιμάζουν
Аорист
εγώ
προετοίμασα
εσύ
προετοίμασες
αυτός
προετοίμασε
εμείς
προετοιμάσαμε
εσείς
προετοιμάσατε
αυτοί
προετοίμασαν
Будущее
εγώ
θα προετοιμάσω
εσύ
θα προετοιμάσεις
αυτός
θα προετοιμάσει
εμείς
θα προετοιμάσουμε
εσείς
θα προετοιμάσετε
αυτοί
θα προετοιμάσουν

Примеры

Προετοιμάζω τα παιδιά για τις εξετάσεις.
Я готовлю детей к экзаменам. · I'm preparing the children for their exams.
Χθες προετοίμασα το δείπνο για τη γιορτή.
Вчера я подготовила ужин к празднику. · Yesterday I prepared dinner for the celebration.
Θα προετοιμάσουμε την παρουσίαση αύριο.
Завтра мы подготовим презентацию. · We'll prepare the presentation tomorrow.
Στη σχολή προετοιμάζονται οι φοιτητές για τη σταδιοδρομία τους.
В школе студентов готовят к их карьере. · At school, students are being prepared for their careers.