προετοιμάζομαι
[pro.e.ti.ˈma.zome]глаголA2
Значения
1
готовиться, подготавливаться
to prepare oneself, to get ready · προετοιμάζομαι για το ταξίδι — готовиться к путешествию
2
предварительно готовить, подготавливать заранее
to prepare in advance, to make ready beforehand · προετοιμάζομαι την παρουσίαση — подготавливаю презентацию заранее
Грамматика
Настоящее время
εγώ
προετοιμάζομαι
εσύ
προετοιμάζεσαι
αυτός
προετοιμάζεται
εμείς
προετοιμαζόμαστε
εσείς
προετοιμάζεστε
αυτοί
προετοιμάζονται
Аорист
εγώ
προετοίμασα
εσύ
προετοίμασες
αυτός
προετοίμασε
εμείς
προετοιμάσαμε
εσείς
προετοιμάσατε
αυτοί
προετοίμασαν
Будущее
εγώ
θα προετοιμαστώ
εσύ
θα προετοιμαστείς
αυτός
θα προετοιμαστεί
εμείς
θα προετοιμαστούμε
εσείς
θα προετοιμαστείτε
αυτοί
θα προετοιμαστούν
Примеры
Προετοιμάζομαι για τις εξετάσεις κάθε μέρα.
Я готовлюсь к экзаменам каждый день. · I prepare for exams every day.
Θα προετοιμαστώ την παρουσίαση απόψε.
Я подготовлю презентацию сегодня вечером. · I will prepare the presentation tonight.
Έχουν ήδη προετοιμαστεί για το πάρτι.
Они уже подготовились к вечеринке. · They have already prepared for the party.
Προετοιμάζεστε καλά για το ταξίδι;
Вы хорошо готовитесь к путешествию? · Are you preparing well for the trip?