προεξέχω
[proeˈksexo]глаголгруппа А (безударное -ω)неправильныйC1
Значения
1
выделяться, выступать (над чем-либо), возвышаться
to stand out, to protrude, to project above · ένα μεγάλο κτίριο που προεξέχει από τα άλλα — большое здание, которое выделяется среди остальных
2
отличаться (чем-то качеством), превосходить
to distinguish oneself, to excel, to stand out (in a quality) · προεξέχει στη μαθηματική σκέψη — выделяется математическим мышлением
Грамматика
Настоящее время
εγώ
προεξέχω
εσύ
προεξέχεις
αυτός
προεξέχει
εμείς
προεξέχουμε
εσείς
προεξέχετε
αυτοί
προεξέχουν
Аорист
εγώ
προεξέσχα
εσύ
προεξέσχες
αυτός
προεξέσχε
εμείς
προεξέσχαμε
εσείς
προεξέσχατε
αυτοί
προεξέσχαν
Будущее
εγώ
θα προεξέσχω
εσύ
θα προεξέσχεις
αυτός
θα προεξέσχει
εμείς
θα προεξέσχουμε
εσείς
θα προεξέσχετε
αυτοί
θα προεξέσχουν
Примеры
Ο δάσκαλος του προεξέχει στην επιστήμη και τη φιλοσοφία.
Его учитель выделяется своей наукой и философией. · His teacher stands out in science and philosophy.
Τα ψηλά κτίρια προεξέχουν από το ορίζοντα της πόλης.
Высокие здания выступают над горизонтом города. · The tall buildings project above the city's horizon.
Στα αρχαία χρόνια, αυτός ο φιλόσοφος προεξείχε μεταξύ των άλλων.
В древние времена этот философ выделялся среди остальных. · In ancient times, this philosopher distinguished himself among the others.