Греческий словарь
с грамматикой

προειδοποιώ

[proeˈðopoˈjo]глаголB1

Значения

1
предупреждать, давать предварительное предупреждение
to warn, to give advance warning · προειδοποιώ κάποιον για κίνδυνο — предупреждаю кого-то об опасности
2
уведомлять заранее, сообщать о чём-то предварительно
to notify in advance, to give prior notice · προειδοποιώ το γραφείο για την αποχώρησή μου — уведомляю офис о моем уходе заранее

Грамматика

Настоящее время
εγώ
προειδοποιώ
εσύ
προειδοποιείς
αυτός
προειδοποιεί
εμείς
προειδοποιούμε
εσείς
προειδοποιείτε
αυτοί
προειδοποιούν
Аорист
εγώ
προειδοποίησα
εσύ
προειδοποίησες
αυτός
προειδοποίησε
εμείς
προειδοποιήσαμε
εσείς
προειδοποιήσατε
αυτοί
προειδοποίησαν
Будущее
εγώ
θα προειδοποιήσω
εσύ
θα προειδοποιήσεις
αυτός
θα προειδοποιήσει
εμείς
θα προειδοποιήσουμε
εσείς
θα προειδοποιήσετε
αυτοί
θα προειδοποιήσουν

Примеры

Σας προειδοποιώ για τον κίνδυνο που έρχεται.
Я вас предупреждаю об надвигающейся опасности. · I'm warning you about the danger that's coming.
Η αστυνομία προειδοποίησε τους κατοίκους για την καταιγίδα.
Полиция предупредила жителей о надвигающейся грозе. · The police warned the residents about the incoming storm.
Θα σας προειδοποιήσω αν αλλάξουν τα σχέδια.
Я вас оповещу, если изменятся планы. · I'll let you know if the plans change.
Έχουν ήδη προειδοποιηθεί για την καθυστέρηση.
Их уже предупредили о задержке. · They have already been warned about the delay.