Греческий словарь
с грамматикой

προεδρεύω

[proedˈrefo]глаголB2

Значения

1
председательствовать, вести заседание
to chair, to preside over · προεδρεύω τη συνέλευση — председательствую на собрании
2
занимать место председателя, быть председателем
to hold the position of chairman · προεδρεύει του συλλόγου — он председатель клуба

Грамматика

Настоящее время
εγώ
προεδρεύω
εσύ
προεδρεύεις
αυτός
προεδρεύει
εμείς
προεδρεύουμε
εσείς
προεδρεύετε
αυτοί
προεδρεύουν
Аорист
εγώ
προέδρευσα
εσύ
προέδρευσες
αυτός
προέδρευσε
εμείς
προεδρεύσαμε
εσείς
προεδρεύσατε
αυτοί
προέδρευσαν
Будущее
εγώ
θα προεδρεύσω
εσύ
θα προεδρεύσεις
αυτός
θα προεδρεύσει
εμείς
θα προεδρεύσουμε
εσείς
θα προεδρεύσετε
αυτοί
θα προεδρεύσουν

Примеры

Ο πρόεδρος προεδρεύει την τακτική συνέλευση.
Председатель председательствует на очередном собрании. · The chairman presides over the regular assembly.
Προέδρευσε της επιτροπής για πέντε χρόνια.
Он председательствовал комитетом пять лет. · He chaired the committee for five years.
Θα προεδρεύσει της σημερινής συνεδρίασης ο νέος πρόεδρος.
На сегодняшнем заседании будет председательствовать новый председатель. · The new chairman will preside over today's meeting.
Ο Γιάννης προεδρεύει του δημοτικού συμβουλίου.
Янис занимает должность председателя муниципального совета. · Yannis holds the position of chairman of the municipal council.