Греческий словарь
с грамматикой

προδίδω

[proˈðiðo]глаголB1

Значения

1
предавать, выдавать (совершить предательство)
to betray, to give away · προδίδει τον φίλο του — выдаёт своего друга
2
обнаруживать, выдавать (непроизвольно раскрывать)
to reveal, to give away (reveal unintentionally) · τα μάτια του προδίδουν τη φοβία του — его глаза выдают его страх

Грамматика

Настоящее время
εγώ
προδίδω
εσύ
προδίδεις
αυτός
προδίδει
εμείς
προδίδουμε
εσείς
προδίδετε
αυτοί
προδίδουν
Аорист
εγώ
προέδωσα
εσύ
προέδωσες
αυτός
προέδωσε
εμείς
προδώσαμε
εσείς
προδώσατε
αυτοί
προέδωσαν
Будущее
εγώ
θα προδώσω
εσύ
θα προδώσεις
αυτός
θα προδώσει
εμείς
θα προδώσουμε
εσείς
θα προδώσετε
αυτοί
θα προδώσουν

Примеры

Δεν θα προδώσω ποτέ τη χώρα μου.
Я никогда не предам свою страну. · I will never betray my country.
Το ύφος του προδίδει την ανησυχία του.
Его манера поведения выдаёт его беспокойство. · His demeanor reveals his anxiety.
Ο δολοφόνος προδόθηκε από τα ίχνη του.
Убийца был выдан своими следами. · The murderer was given away by his traces.
Προέδωσε τους συντρόφους του στις αρχές.
Он выдал своих товарищей властям. · He gave his comrades away to the authorities.