προγραμματιστής
[proɣramatistˈis]существительноеο · мужской родB1
Значения
1
программист
programmer · ο προγραμματιστής γράφει κώδικα — программист пишет код
Грамматика
Ед. ч.
им.
ο προγραμματιστής
вин.
τον προγραμματιστή
род.
του προγραμματιστή
зват.
προγραμματιστή
Мн. ч.
им.
οι προγραμματιστές
вин.
τους προγραμματιστές
род.
των προγραμματιστών
зват.
προγραμματιστές
Примеры
Ο προγραμματιστής δουλεύει στην τεχνολογία.
Программист работает в сфере технологий. · The programmer works in technology.
Οι προγραμματιστές ολοκληρώνουν το έργο σήμερα.
Программисты завершают проект сегодня. · The programmers are finishing the project today.
Χρειαζόμαστε έναν καλό προγραμματιστή για την εφαρμογή.
Нам нужен хороший программист для приложения. · We need a good programmer for the application.
Μίλησα με τον προγραμματιστή για το σφάλμα.
Я поговорил с программистом об ошибке. · I spoke with the programmer about the bug.