Греческий словарь
с грамматикой

προγραμματίζω

[proɣramatˈizo]глаголB1

Значения

1
планировать, составлять план
to plan, to schedule · προγραμματίζω το ταξίδι — планирую путешествие
2
программировать (на компьютере)
to program (in computing) · προγραμματίζω μια εφαρμογή — программирую приложение

Грамматика

Настоящее время
εγώ
προγραμματίζω
εσύ
προγραμματίζεις
αυτός
προγραμματίζει
εμείς
προγραμματίζουμε
εσείς
προγραμματίζετε
αυτοί
προγραμματίζουν
Аорист
εγώ
προγραμμάτισα
εσύ
προγραμμάτισες
αυτός
προγραμμάτισε
εμείς
προγραμματίσαμε
εσείς
προγραμματίσατε
αυτοί
προγραμμάτισαν
Будущее
εγώ
θα προγραμματίσω
εσύ
θα προγραμματίσεις
αυτός
θα προγραμματίσει
εμείς
θα προγραμματίσουμε
εσείς
θα προγραμματίσετε
αυτοί
θα προγραμματίσουν

Примеры

Προγραμματίζω το ταξίδι μας για τον Αύγουστο.
Я планирую нашу поездку на август. · I'm planning our trip for August.
Έχουν προγραμματίσει τη συνάντηση για την Παρασκευή.
Они запланировали встречу на пятницу. · They've scheduled the meeting for Friday.
Θα προγραμματίσουμε τις λεπτομέρειες αργότερα.
Мы спланируем детали позже. · We'll work out the details later.
Ο προγραμματιστής προγραμματίζει νέες εφαρμογές.
Программист разрабатывает новые приложения. · The programmer is developing new applications.