προβληματισμός
[provlimatiˈzmos]существительноеο · мужской родC1
Значения
1
озабоченность, беспокойство (по поводу чего-либо)
concern, worry, preoccupation (about something) · Ο προβληματισμός του για το μέλλον — Его озабоченность будущим
2
сомнение, критическое размышление
questioning, critical reflection, skepticism · Ο προβληματισμός απέναντι στις παραδόσεις — Критическое отношение к традициям
Грамматика
Ед. ч.
им.
ο προβληματισμός
вин.
τον προβληματισμό
род.
του προβληματισμού
зват.
προβληματισμέ
Мн. ч.
им.
οι προβληματισμοί
вин.
τους προβληματισμούς
род.
των προβληματισμών
зват.
προβληματισμοί
Примеры
Ο προβληματισμός των νέων για την κλιματική αλλαγή αυξάνεται.
Озабоченность молодёжи климатическими изменениями растёт. · Young people's concern about climate change is increasing.
Με μεγάλο προβληματισμό δέχτηκε τις νέες πολιτικές.
Он принял новую политику с большим скептицизмом. · He accepted the new policies with considerable skepticism.
Οι προβληματισμοί τους ήταν δικαιολογημένοι.
Их сомнения были обоснованными. · Their reservations were justified.