Греческий словарь
с грамматикой

προβληματίζω

[provlimaˈtizo]глаголB1

Значения

1
озабочивать, беспокоить, тревожить
to worry, to trouble, to concern · με προβληματίζει αυτό — это меня беспокоит
2
ставить в затруднение, вызывать сомнения
to puzzle, to perplex · με προβληματίζει το ερώτημα — этот вопрос ставит меня в затруднение

Грамматика

Настоящее время
εγώ
προβληματίζω
εσύ
προβληματίζεις
αυτός
προβληματίζει
εμείς
προβληματίζουμε
εσείς
προβληματίζετε
αυτοί
προβληματίζουν
Аорист
εγώ
προβλημάτισα
εσύ
προβλημάτισες
αυτός
προβλημάτισε
εμείς
προβληματίσαμε
εσείς
προβληματίσατε
αυτοί
προβλημάτισαν
Будущее
εγώ
θα προβληματίσω
εσύ
θα προβληματίσεις
αυτός
θα προβληματίσει
εμείς
θα προβληματίσουμε
εσείς
θα προβληματίσετε
αυτοί
θα προβληματίσουν

Примеры

Με προβληματίζει πολύ η κατάσταση του περιβάλλοντος.
Меня очень беспокоит состояние окружающей среды. · The state of the environment worries me a lot.
Αυτή η απόφαση προβληματίζει όλους τους εργαζόμενους.
Это решение тревожит всех сотрудников. · This decision troubles all the employees.
Δεν με προβληματίζουν τα προβλήματα αυτά.
Эти проблемы меня не беспокоят. · These problems don't concern me.
Την προβληματίσαν τα περίεργα ευρήματα.
Её озадачили странные находки. · The strange findings puzzled her.