προβληματάκι
[provlimaˈtaki]существительноеτο · средний родA2
Значения
1
небольшая проблема, небольшое затруднение
small problem, minor issue · ένα μικρό πρόβλημα — маленькая проблема
Грамматика
Ед. ч.
им.
το προβληματάκι
вин.
το προβληματάκι
род.
του προβληματακιού
зват.
προβληματάκι
Мн. ч.
им.
τα προβληματάκια
вин.
τα προβληματάκια
род.
των προβληματακιών
зват.
προβληματάκια
Примеры
Έχει ένα μικρό προβληματάκι με το αυτοκίνητό του.
У него небольшая проблема с его машиной. · He has a small problem with his car.
Δεν είναι κάτι σοβαρό, απλώς ένα προβληματάκι.
Это не что-то серьёзное, просто небольшое затруднение. · It's nothing serious, just a minor issue.
Τα προβληματάκια λύνονται εύκολα με λίγη υpatience.
Эти небольшие проблемы решаются легко с немного терпения. · These small problems are solved easily with a bit of patience.