Греческий словарь
с грамматикой

προβλέπω

[provˈlepo]глаголB1

Значения

1
предусматривать, предвидеть
to foresee, to anticipate · προβλέπω τα προβλήματα — предусматриваю проблемы
2
предусмотреть (в законе, договоре)
to provide for, to stipulate (in law, contract) · το συμβόλαιο προβλέπει — контракт предусматривает

Грамматика

Настоящее время
εγώ
προβλέπω
εσύ
προβλέπεις
αυτός
προβλέπει
εμείς
προβλέπουμε
εσείς
προβλέπετε
αυτοί
προβλέπουν
Аорист
εγώ
προέβλεψα
εσύ
προέβλεψες
αυτός
προέβλεψε
εμείς
προβλέψαμε
εσείς
προβλέψατε
αυτοί
προέβλεψαν
Будущее
εγώ
θα προβλέψω
εσύ
θα προβλέψεις
αυτός
θα προβλέψει
εμείς
θα προβλέψουμε
εσείς
θα προβλέψετε
αυτοί
θα προβλέψουν

Примеры

Ο νόμος προβλέπει ποινές για παραβάσεις.
Закон предусматривает штрафы за нарушения. · The law stipulates penalties for violations.
Δεν προέβλεψα ότι θα έρθει τόσο νωρίς.
Я не предусмотрел, что придёт так рано. · I didn't anticipate that he would come so early.
Το σχέδιο προβλέπει αύξηση των δαπανών.
План предусматривает увеличение расходов. · The plan provides for an increase in expenses.
Δεν θα προβλέψω τι θα συμβεί αύριο.
Я не смогу предугадать, что произойдёт завтра. · I won't be able to foresee what will happen tomorrow.