Греческий словарь
с грамматикой

προβιβάζω

[proviˈvazo]глаголC1

Значения

1
выдвигать (обвинение, аргумент); приводить доказательства
put forward, advance (a charge, argument); produce evidence · προβιβάζει κατηγορίες — выдвигает обвинения
2
выдвигать, назначать на должность
promote, put forward for office or position · προβιβάζεται σε ανώτερη θέση — выдвигается на более высокую должность

Грамматика

Настоящее время
εγώ
προβιβάζω
εσύ
προβιβάζεις
αυτός
προβιβάζει
εμείς
προβιβάζουμε
εσείς
προβιβάζετε
αυτοί
προβιβάζουν
Аорист
εγώ
προβίβασα
εσύ
προβίβασες
αυτός
προβίβασε
εμείς
προβιβάσαμε
εσείς
προβιβάσατε
αυτοί
προβίβασαν
Будущее
εγώ
θα προβιβάσω
εσύ
θα προβιβάσεις
αυτός
θα προβιβάσει
εμείς
θα προβιβάσουμε
εσείς
θα προβιβάσετε
αυτοί
θα προβιβάσουν

Примеры

Ο δικηγόρος προβιβάζει ισχυρές ενδείξεις.
Адвокат приводит убедительные доказательства. · The lawyer presents strong evidence.
Προβίβασαν την υποψηφιότητα του νέου υπουργού.
Они выдвинули кандидатуру нового министра. · They put forward the new minister's candidacy.
Θα προβιβάσουν σε ανώτερη θέση τον καλύτερο υπάλληλο.
Они выдвинут лучшего сотрудника на более высокую должность. · They will promote the best employee to a higher position.