Греческий словарь
с грамматикой

προβαίνω

[proˈveno]глаголB2

Значения

1
предпринимать, совершать (действие)
to proceed, to take (action), to undertake · προβαίνω σε διαπραγματεύσεις — предпринимать переговоры
2
выступать вперёд, идти дальше
to advance, to go forward · προβαίνουν στη σκηνή — выходят на сцену

Грамматика

Настоящее время
εγώ
προβαίνω
εσύ
προβαίνεις
αυτός
προβαίνει
εμείς
προβαίνουμε
εσείς
προβαίνετε
αυτοί
προβαίνουν
Аорист
εγώ
προέβην
εσύ
προέβης
αυτός
προέβη
εμείς
προέβημεν
εσείς
προέβητε
αυτοί
προέβησαν
Будущее
εγώ
θα προβώ
εσύ
θα προβείς
αυτός
θα προβεί
εμείς
θα προβούμε
εσείς
θα προβείτε
αυτοί
θα προβούν

Примеры

Η κυβέρνηση προβαίνει σε αναδιάρθρωση των υπηρεσιών.
Правительство предпринимает реструктуризацию служб. · The government is proceeding with a restructuring of services.
Προέβησαν σε συζητήσεις για τα προβλήματα της περιοχής.
Они провели обсуждение проблем этого района. · They undertook discussions about the region's problems.
Η θεατρική ομάδα προβαίνει στη σκηνή με μεγάλη αυτοπεποίθηση.
Театральная группа выходит на сцену с большой уверенностью. · The theatre company takes the stage with great confidence.