Греческий словарь
с грамматикой

προαναφέρω

[proanaˈfɛro]глаголC1

Значения

1
упоминать ранее, делать предварительное упоминание
to mention beforehand, to refer to previously · το προαναφερόμενο θέμα — упомянутая ранее тема

Грамматика

Настоящее время
εγώ
προαναφέρω
εσύ
προαναφέρεις
αυτός
προαναφέρει
εμείς
προαναφέρουμε
εσείς
προαναφέρετε
αυτοί
προαναφέρουν
Аорист
εγώ
προανέφερα
εσύ
προανέφερες
αυτός
προανέφερε
εμείς
προανέφερμε
εσείς
προανέφερε
αυτοί
προανέφεραν
Будущее
εγώ
θα προαναφέρω
εσύ
θα προαναφέρεις
αυτός
θα προαναφέρει
εμείς
θα προαναφέρουμε
εσείς
θα προαναφέρετε
αυτοί
θα προαναφέρουν

Примеры

Όπως προανέφερα, το πρόβλημα είναι σοβαρό.
Как я упомянул ранее, проблема серьёзна. · As I mentioned before, the problem is serious.
Στο προαναφερόμενο κεφάλαιο εξετάζουμε τη θεωρία.
В упомянутой ранее главе мы рассматриваем теорию. · In the chapter referred to above, we examine the theory.
Θα προαναφέρω τα κύρια σημεία της έκθεσης.
Я предварительно упомяну основные пункты отчёта. · I will mention the main points of the report in advance.