Греческий словарь
с грамматикой

προέρχομαι

[proˈerxome]глаголB2

Значения

1
происходить, возникать, проистекать (из чего-либо)
to originate, to arise, to come from, to stem from · προέρχεται από την Αγγλία — происходит из Англии
2
выходить вперёд, выступать (в театре, на сцене)
to come forward, to appear (on stage), to perform · προέρχεται στη σκηνή — выходит на сцену

Грамматика

Настоящее время
εγώ
προέρχομαι
εσύ
προέρχεσαι
αυτός
προέρχεται
εμείς
προερχόμαστε
εσείς
προέρχεστε
αυτοί
προέρχονται
Аорист
εγώ
προήλθα
εσύ
προήλθες
αυτός
προήλθε
εμείς
προήλθαμε
εσείς
προήλθατε
αυτοί
προήλθαν
Будущее
εγώ
θα προέλθω
εσύ
θα προέλθεις
αυτός
θα προέλθει
εμείς
θα προέλθουμε
εσείς
θα προέλθετε
αυτοί
θα προέλθουν

Примеры

Η λέξη προέρχεται από την αρχαία ελληνική.
Это слово происходит из древнегреческого. · The word comes from ancient Greek.
Τα προβλήματα προέρχονται από την έλλειψη επικοινωνίας.
Проблемы возникают из-за отсутствия общения. · The problems stem from a lack of communication.
Ο ηθοποιός προήλθε στη σκηνή με θριαμβευτικό βηματισμό.
Актёр вышел на сцену торжественным шагом. · The actor came forward on stage with a triumphant stride.