προάστιο
[proˈastio]существительноеτο · средний родA2
Значения
1
пригород, предместье
suburb, outskirts · το προάστιο της Αθήνας — пригород Афин
Грамматика
Ед. ч.
им.
το προάστιο
вин.
το προάστιο
род.
του προαστίου
зват.
προάστιο
Мн. ч.
им.
τα προάστια
вин.
τα προάστια
род.
των προαστίων
зват.
προάστια
Примеры
Μένω σε ένα προάστιο της Αθήνας.
Я живу в пригороде Афин. · I live in a suburb of Athens.
Τα προάστια αναπτύσσονται πολύ γρήγορα.
Пригороды развиваются очень быстро. · Suburbs are developing very rapidly.
Στο προάστιό του υπάρχουν πολλές νέες κατοικίες.
В его пригороде много новых жилых домов. · In his suburb there are many new residential buildings.