Греческий словарь
с грамматикой

προΐστημι

[proˈistimi]глаголC1

Значения

1
стоять впереди, возглавлять, руководить
to stand at the head of, to preside over, to lead · προΐστανται της εταιρείας — они руководят компанией
2
защищать, охранять, заботиться о ком-либо
to protect, to watch over, to care for · προΐστατο του παιδιού — он заботился о ребёнке

Грамматика

Настоящее время
εγώ
προΐστημι
εσύ
προΐστης
αυτός
προΐστησιν
εμείς
προΐσταμεν
εσείς
προΐστατε
αυτοί
προΐστανται
Аорист
εγώ
προέστησα
εσύ
προέστησας
αυτός
προέστησε
εμείς
προεστήσαμεν
εσείς
προεστήσατε
αυτοί
προέστησαν
Будущее
εγώ
θα προστήσω
εσύ
θα προστήσεις
αυτός
θα προστήσει
εμείς
θα προστήσουμε
εσείς
θα προστήσετε
αυτοί
θα προστήσουν

Примеры

Ο διευθυντής προΐστησε της εταιρείας για δέκα χρόνια.
Директор руководил компанией десять лет. · The director presided over the company for ten years.
Πρέπει να προΐστης της ομάδας με ακεραιότητα.
Ты должен возглавлять команду с честностью. · You must lead the team with integrity.
Οι φρόνιμοι προΐστανται των νέων και τους οδηγούν.
Мудрецы заботятся о молодёжи и направляют их. · The wise watch over the young and guide them.