πριγκίπισσα
[priŋˈkipisa]существительноеη · женский родA1
Значения
1
принцесса
princess · η κόρη του βασιλιά — дочь короля
Грамматика
Ед. ч.
им.
η πριγκίπισσα
вин.
την πριγκίπισσα
род.
της πριγκίπισσας
зват.
πριγκίπισσα
Мн. ч.
им.
οι πριγκίπισσες
вин.
τις πριγκίπισσες
род.
των πριγκιπισσών
зват.
πριγκίπισσες
Примеры
Η πριγκίπισσα φορούσε ένα όμορφο φόρεμα.
Принцесса надела красивое платье. · The princess wore a beautiful dress.
Την πριγκίπισσα την περιμένουν πολλοί άνθρωποι.
Принцессу ждёт много людей. · Many people are waiting for the princess.
Οι πριγκίπισσες χορεύουν στο παλάτι.
Принцессы танцуют во дворце. · The princesses are dancing in the palace.