Греческий словарь
с грамматикой

πριγκήπισσα

[priŋˈkipisa]существительноеη · женский родA1

Значения

1
принцесса
princess · η κόρη του βασιλιά — дочь короля

Грамматика

Ед. ч.
им.
η πριγκήπισσα
вин.
την πριγκήπισσα
род.
της πριγκήπισσας
зват.
πριγκήπισσα
Мн. ч.
им.
οι πριγκήπισσες
вин.
τις πριγκήπισσες
род.
των πριγκηπισσών
зват.
πριγκήπισσες

Примеры

Η πριγκήπισσα φορούσε ένα όμορφο φόρεμα.
Принцесса носила красивое платье. · The princess wore a beautiful dress.
Συνάντησα τις δύο πριγκήπισσες στο παλάτι.
Я встретила двух принцесс во дворце. · I met the two princesses at the palace.
Όλα τα παιδιά ήθελαν να μιλήσουν με την πριγκήπισσα.
Все дети хотели поговорить с принцессой. · All the children wanted to speak with the princess.